Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2020

ev media-logo


Τα πεντοχίλιαρα και τα πετσετάκια. Ο Δ. Παρούτσας για τη μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ, από την έντυπη

Κάθε τρεις και λίγο, στις διάφορες παρέες, ιδίως ανθρώπων που έχουν κάποια ηλικία, ακούγεται η φράση «αν δεν είχαμε μπει στο ευρώ, θα ήμασταν πολύ καλύτερα». Τα επιχειρήματα του τύπου «τότε ο καφές είχε 100 δραχμές, δηλαδή 40 λεπτά», είναι αμάχητα, αν δεν σκεφτεί κανείς λίγο παραπέρα. Και για τις ανάγκες αυτού του σημειώματος μπήκα στον κόπο να ψάξω λίγο με αποτέλεσμα να πέσω σε ένα πολύ διαφωτιστικό άρθρο του οικονομολόγου Γιώργου Γκρίτση, στο Quora.923

Εκεί λοιπόν, σε μια ενδελεχή ανάλυση, αναφέρεται ότι λόγω των δημοσιονομικών ανισορροπιών οι οποίες έφταναν κατά μέσο όρο το 10% στα χρόνια από το 1960 μέχρι και 2019, η δραχμή υποτιμούνταν διαρκώς,  τροφοδοτώντας έτσι έναν πληθωρισμό που καταβρόχθιζε τους μισθούς και τις οικονομίες των ανθρώπων. Παραθέτει μάλιστα κι ένα γράφημα που παρατίθεται κι εδώ (δείτε παρακάτω), όπου με μια ματιά μόνο οποιοδήποτε άλλο σχόλιο καθίσταται περιττό. Αν κάποιος είχε 1000 δραχμές το 1974 στην τράπεζα, το 1975 θα είχε 700 – μια τεράστια απώλεια σε έναν μόνο χρόνο.

Στις «ημέρες της δραχμής», όλες οι «σοβαρές» συναλλαγές πραγματοποιούνταν σε κάποιο ξένο σκληρό νόμισμα όπως η χρυσή λίρα, το δολάριο των ΗΠΑ, το γερμανικό μάρκο και το ελβετικό φράγκο. Θυμηθείτε μόνο τις ταινίες «Καλώς ήλθε το δολάριο»,  «Ο Φανούρης και το σόι του», ή ακόμη και το πιο πρόσφατο «Βαλκανιζατέρ». Το ίδιο ίσχυε και για τις συναλλαγές της παραοικονομίας, τη δωροδοκία κ.λπ.…

Από το 1945 έως το 1980, μία από τις σημαντικότερες πηγές ξένου νομίσματος στην Ελλάδα ήταν τα εμβάσματα των μεταναστών Ελλήνων στους συγγενείς τους στην πατρίδα. Ακόμη και οι μισθοί των ναυτικών καταβάλλονταν σε ξένα νομίσματα. Οι ελληνικές μεταποιητικές βιομηχανίες αντιμετώπιζαν πάντοτε τεράστια προβλήματα από την έλλειψη συναλλαγματικών αποθεμάτων.

Το μόνο πλεονέκτημα της Δραχμής ήταν στην περίπτωση που κάποια κυβέρνηση κατόρθωνε να πουλήσει ομόλογα σε ξένους επενδυτές, και ύστερα τα καταπόντιζε, διολίσθαινε την αξία του νομίσματος, κόβοντας ταυτόχρονα την όρεξη οποιουδήποτε επόμενου επενδυτή να επαναλάβει το ίδιο λάθος.

Παρά ταύτα, κάποια στιγμή, στα μέσα της κρίσης που ξεκίνησε το 2010, άρχισαν να ακούγονται φωνές για επιστροφή στη δραχμή. Φυσικά, οι κύριοι υποστηρικτές αυτής της ιδέας ήταν οι Έλληνες ολιγάρχες που «κατά τύχη» ήλεγχαν και όλα τα μέσα ενημέρωσης και θα μπορούσαν, έτσι, να διαδώσουν αυτήν την άποψη. Ο στόχος τους ήταν ξεκάθαρος: θα χρησιμοποιούσαν τα τεράστια αποθέματα ξένου νομίσματος που είχαν αποθηκεύσει σε υπεράκτιους λογαριασμούς για να αγοράσουν τη χώρα πάμφθηνα, καθώς η νέα δραχμή θα ήταν γρήγορα άχρηστη.

Αυτό έδεσε καλά με τις λαϊκιστικές φωνές που ισχυρίζονταν ότι τα δεινά της Ελλάδας ήταν αποτέλεσμα μηχανορραφιών από διαβολικές δυνάμεις όπως η ΕΕ, οι ΗΠΑ, οι Σιωνιστές, οι Μασόνοι κ.λπ. και δεν αντιμετώπιζαν  την οδυνηρή πραγματικότητα της πλήρους εγκατάλειψης του καθήκοντος, της δωροδοκίας, της διαφθοράς και της ευνοιοκρατίας.

Και όπως είπε κάποτε ο Ουμπέρτο Έκο: «Δεν χρειάζεται να βγάλεις τανκ στους δρόμους αν ελέγχεις τα μέσα ενημέρωσης».

Η Ελλάδα, όμως, είναι μια χώρα της οποίας η γλώσσα διαθέτει ένα ιδιαίτερα πλούσιο και ποικίλο λεξιλόγιο. Υπάρχει, όπως φαίνεται, μια ελληνική λέξη για οτιδήποτε και για όλα, και μια τέτοια λέξη είναι και η «διαπλοκή». Μια μοναδική ελληνική λέξη, που συνοψίζει τέλεια τη συγκεκριμένη σχέση και αλληλεπίδραση μεταξύ διαδοχικών κυβερνήσεων, πολιτικών,  μεγαλοεπιχειρηματιών και πολύ πλούσιων ανθρώπων.  

Πριν από τις εκλογές που έφεραν στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, μια από τις κύριες θέσεις του κόμματος ήταν η «συντριβή» των ολιγαρχών της Ελλάδας, οι οποίοι κατέχουν εξέχουσες θέσεις στο τοπίο των μέσων ενημέρωσης της χώρας και σε βασικούς τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές, οι ασφαλίσεις και, φυσικά, η ναυτιλία. Ωστόσο, μετά τις εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ, γρήγορα, «ανέκρουσε πρύμναν» σε πολλά ζητήματα μεταξύ των οποίων και η στάση του απέναντί τους. Κι αντί να τους «συντρίψει», τους ευνόησε ενεργά. 

923-1

Το ευρώ, λοιπόν, κακολογήθηκε πολύ από τους λαϊκιστές λόγω του πληθωρισμού, του χρέους και των υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων που επέφερε. Ωστόσο, η πραγματική αιτία για αυτά τα δεινά ήταν οι εξής λόγοι: 

α) Οι πολίτες, που δεν επέμεναν στις σωστές τιμές, αν και οι κυβερνήσεις είχαν ζητήσει οι τιμές να παραμείνουν αμετάβλητες. Σε μια οικονομία ελεύθερης αγοράς, αν η τιμή είναι πολύ ψηλή σε ένα κατάστημα, πας στο επόμενο.  Για τον λόγο αυτό, σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, οι τιμές και οι αποδείξεις αναφερόταν και στα δύο νομίσματα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στη Γαλλία, μάλιστα, μέχρι την εισαγωγή του ευρώ, οι γαλλικές αποδείξεις ανέγραφαν ακόμη την τιμή σε «Παλαιά Φράγκα» δίπλα στα «Νέα Φράγκα» αν και τα «Παλαιά» είχαν καταργηθεί από το 1964! Οι Έλληνες, εντούτοις, όχι μόνο δεν ζητούσαν τα σωστά «ρέστα», αλλά θεωρούσαν τα «μονόλεπτα» άχρηστα, γιατί ήταν συνηθισμένοι από τις μέρες της Δραχμής να χρησιμοποιούν χαρτονομίσματα, αφού το μικρότερο νόμισμα που υπήρχε ήταν το «τάληρο» (πεντάδραχμο). 

β) Αυτά τα προβλήματα δεν εμφανίστηκαν στη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία ή τη Φινλανδία, καθώς εκεί οι καταναλωτές και το λιανεμπόριο προσαρμόστηκαν με πολιτικά υπεύθυνο τρόπο.

γ) Ορισμένες εθνικές κεντρικές τράπεζες δεν έθεσαν ένα ανώτατο όριο δανεισμού κι έτσι, τροφοδότησαν τον πληθωρισμό με εύκολο χρήμα, λόγω των εγγενών χαμηλών επιτοκίων του ευρώ. Πράγματι, κατά το πρώτο έτος της εισαγωγής του ευρώ, τα τρίμηνα διατραπεζικά στην Ελλάδα έπεσαν από το 10% στο 3%, ενώ της Γαλλίας και της Ιταλίας από το 5% στο 2%.  Κι ενώ οι «σκανδιναβικές χώρες» έχουν παράδοση ανεξαρτησίας των Κεντρικών Τραπεζών και αντιδρούν στον πληθωρισμό, αυτό δεν συμβαίνει με τους «νότιους», όπου οι Κεντρικές Τράπεζες ελέγχονται από τις κυβερνήσεις.

δ) Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Γαλλίας χάρηκαν για τις νέες ισοτιμίες, καθώς τώρα πια μπορούσαν να εκδώσουν ομόλογα δημοσίου σε ευρώ, συνδυάζοντας τα ελλείμματα με φθηνά δάνεια, αντί να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά διαρθρωτικά αίτια αυτών των ελλειμμάτων. Η απαίτηση της Ευρωζώνης για περιορισμό των ελλειμμάτων κάτω του 3% του ΑΕΠ ξεχάστηκε γρήγορα.  Βασικά, χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, και η Ισπανία ήταν αυτές που παραβίασαν τους κανόνες του ευρώ.

Κι έτσι, οι λαϊκιστές, ξέροντας ότι οι συντηρητικοί και τα άτομα με περιορισμένο εύρος σκέψης μισούν τις αλλαγές, αντί να επικρίνουν τις κυβερνήσεις και τους Κεντρικούς τραπεζίτες τους, βρήκαν τον εύκολο δρόμο να καταδικάσουν το ευρώ για την ακρίβεια και τον πληθωρισμό, δημιουργώντας μια θεώρηση από την οποία δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει.