Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

ev media-logo

"Προσφυγικό: Μια ιστορία από την Ιστορία". Επίκαιρο άρθρο της Ράνιας Μπουμπουρή, από την έντυπη έκδοση

άρθρο της Ράνιας Μπουμπουρή* από την έντυπη έκδοση

«Αχ, τι μου θύμισες τώρα! Να σε κοιτάνε και να σε λένε προσφυγάκι!» μου είπε η κ. Λίτσα Ψαραύτη στο τηλέφωνο και ένιωσα άσχημα για την αναστάτωση που της προξένησα. Όμως έπρεπε να της τηλεφωνήσω.Psarafti5 1

Γιατί ναι, η Λίτσα Ψαραύτη είναι μια από τις πιο σημαντικές φωνές που διαθέτει η χώρα μας στην παιδική και εφηβική λογοτεχνία. Και ναι, η Λίτσα Ψαραύτη έχει γράψει πολλά και πολύ σπουδαία βιβλία για παιδιά και νέους. Και ναι, ανάμεσα στα πολυάριθμα βραβεία της, έλαβε το 2012 και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της. Αλλά και, ναι, η Λίτσα Ψαραύτη πέρασε δυο ολόκληρα χρόνια της παιδικής της ηλικίας σε προσφυγικό στρατόπεδο στην Παλαιστίνη. 

Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο της «Το διπλό ταξίδι» (Πατάκης, 1987, 2008) ξέρουν για τι πράγμα μιλώ: 17 Νοεμβρίου 1943, μεσημέρι. Ένας ανελέητος βομβαρδισμός από γερμανικά αεροπλάνα ξεθεμελιώνει το Βαθύ της Σάμου. Χιλιάδες κάτοικοι του νησιού –περίπου το 1/3 του συνολικού πληθυσμού– για να γλιτώσουν τη γερμανική κατοχή αναγκάζονται να περάσουν με βάρκες στην Τουρκία και καταλήγουν σε κάποιο από τα προσφυγικά στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής. 

Σύμφωνα με έρευνα του Ιάκωβου Μιχαηλίδη, αναπληρωτή καθηγητή της Νεότερης Πολιτικής Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, περισσότεροι από 25.000 Έλληνες πέρασαν το Αιγαίο και βρέθηκαν στην Τουρκία από τον Νοέμβριο του 1941 έως τον Απρίλιο του 1944. Οι πρόσφυγες προέρχονταν κυρίως από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, την Ικαρία, τη Σάμο και τα Δωδεκάνησα (Καστελόριζο, Κάλυμνο, Λέρο, Κάρπαθο), και κατευθύνθηκαν ως επί το πλείστον προς τα πέντε μεγάλα προσφυγικά στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής: της Νουσεϊράτ στη Γάζα, των Πηγών του Μωυσέως και του Ελ Σατ στη Χερσόνησο του Σινά, της Τολουμπάτ και της Κατάτμπα στην Αίγυπτο.

Ανάμεσα στους πρόσφυγες ήταν και η οικογένεια της Λίτσας Ψαραύτη, που βρήκε τελικά στέγη σε μια σκηνή στο προσφυγικό στρατόπεδο της Γάζας, στην Παλαιστίνη. 

Τη βλέπω με τα μάτια της φαντασίας μου νωρίτερα, στη Σάμο. Κοριτσάκι έξι-εφτά ετών, ευγενικό και μοσχαναθρεμμένο. «Στα Ταμπάκικα είχαμε ένα μικρό οινοποιείο, πάππου προς πάππου. Η μισή Βλαμαρή ήταν του παππού μου, αμπέλια και χωράφια καρπερά· ραβδί να έμπηγες στη γη, φύτρωνε. Το καλοκαίρι τα κλήματα λύγιζαν…». Μια οικογένεια εύπορη, αρχοντική και κιμπάρικη: «Πριν αρχίσει η ιταλική κατοχή, στο σπίτι μας μπαινόβγαινε ένα σωρό κόσμος. Τ’ αδέρφια του πατέρα μου με τις θειάδες και τα ξαδέρφια μου ήταν όλοι μαζί καμιά εικοσαριά, χώρια το σόι της μάνας μου στο χωριό, τους Μανολάτες. Κάθε μέρα, όλο και κάποιος κατέβαινε για ν’ αγοράσει εργαλεία, λιπάσματα, σπόρους. Άσε πια τ’ ανίψια και τα ξαδέρφια που πήγαιναν στο γυμνάσιο και είχαν μόνιμα κρεβάτια στο σπίτι μας. Η καημένη η Σμαράγδα, η ψυχοκόρη μας, μεγαλοκοπέλα, μακρινή μας ξαδέρφη, ξημεροβραδιαζόταν στην κουζίνα. Δεν πρόφταιναν να τελειώσουν τα πρωινά και να πλυθούν τα πιατικά, κι άρχιζε το μεσημεριανό μαγείρεμα…».

Πρώτα η ιταλική κατοχή, που έφερε στο νησί την πείνα και έκανε ζάπλουτους τους μαυραγορίτες. Και μετά ο γερμανικός βομβαρδισμός του ’43, που ανάγκασε τον κόσμο να περάσει με βάρκες στα παράλια της Τουρκίας και στην προσφυγιά – η αντίστροφη πορεία από αυτή που ακολουθούν χιλιάδες πρόσφυγες σήμερα. 

Και βλέπω πάλι τη Λίτσα Ψαραύτη κοριτσάκι, εφτά-οχτώ ετών, να κοιμάται σε αχυρόστρωμα σε μιαν απ’ τις αμέτρητες σκηνές του στρατοπέδου, στη μέση της ερήμου, και τους γονείς της να φυλάνε εναλλάξ σκοπιά τη νύχτα για τους σκορπιούς που σκαρφάλωναν στις σκηνές. Και τη βλέπω να παίζει, βρόμικη και ξυπόλυτη, παρέα με τα άλλα παιδιά του στρατοπέδου, αλλά και με τα γειτονάκια τους από την Παλαιστίνη. Και βλέπω τα παιδιά από την Παλαιστίνη να της προσφέρουν πορτοκάλια από τον κήπο τους, που στα μάτια της έμοιαζαν χρυσαφένια. Και τη βλέπω να χαράζει τα γράμματα της αλφαβήτας με ένα ξυλάκι στην άμμο, γιατί τετράδια και μολύβια δεν υπήρχαν. Τη βλέπω να μαθαίνει γραφή και ανάγνωση εκεί, στον προσφυγικό καταυλισμό.  

Γι’ αυτό της τηλεφώνησα, επειδή το ’χει ζήσει στο πετσί της και το ξέρει. Την πληροφόρησα, λοιπόν, για την αναστάτωση που έχει προκαλέσει στην τοπική κοινωνία η επικείμενη εγκατάσταση προσφύγων στην Ευρυτανία και τη ρώτησα αν θα ήθελε ν’ απευθυνθεί σε όλους αυτούς που ανησυχούν, που φοβούνται, που αντιδρούν. Και τι θα ήθελε να τους πει;

Ορίστε η απάντησή της: «Στεναχωριέμαι και απογοητεύομαι όταν βλέπω και ακούω Έλληνες να φέρονται εχθρικά στους πρόσφυγες που έρχονται στην Ελλάδα από τις χώρες όπου μαίνονται οι πόλεμοι. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι οι περισσότεροι από τους Έλληνες είναι απόγονοι των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής που έφυγαν από τις όμορφες πόλεις τους για να γλιτώσουν από το μαχαίρι των Τούρκων. Κι εκείνους δεν τους καλοδεχτήκαμε κι ας ανέβασαν πολιτιστικά την Ελλάδα με τα γράμματα, τα ήθη και τα έθιμά τους, τις μουσικές και τις μαγειρικές τους. Και οι σημερινοί πρόσφυγες μπορεί μερικοί να αναζητούν μιαν άλλη πατρίδα για να συνεχίσουν τη ζωή τους, ή θέλουν να μείνουν προσωρινά στη χώρα μας, μέχρι να βρουν καταφύγιο σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι λάθος να τους φερθούμε εχθρικά. Αν τους δείξουμε ανθρωπιά και καλοσύνη θα μας την ανταποδώσουν. Δεν είναι όλοι κακοί άνθρωποι. Φουκαράδες είναι που θέλουν να επιβιώσουν αυτοί και τα παιδιά τους. Σφίγγεται η καρδιά μου όταν βλέπω παιδάκια πνιγμένα στις ελληνικές παραλίες».

Κι εγώ θα ήθελα να πω ότι δεν ξέρω πόσα και ποια απ’ αυτά τα παιδιά θα γίνουν συγγραφείς σαν την κ. Λίτσα Ψαραύτη και θα καταγράψουν την ιστορία τους. Όμως το βέβαιο είναι ότι έχουμε γίνει και γινόμαστε καθημερινά κομμάτι της προσωπικής τους ιστορίας. Απομένει να επιλέξουμε τον ρόλο μας σε αυτή.

 

Ράνια Μπουμπουρή είναι Καρπενησιώτισσα δημοσιογράφος, επιμελήτρια εκδόσεων και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας. Ζει με την οικογένειά της σε κεντρική περιοχή της Αθήνας και πολλοί συμμαθητές/φίλοι των παιδιών της είναι παιδιά μεταναστών και προσφύγων.