Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

ev media-logo

Ο Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος γράφει για τον ποιητή Γεώργιο Πετρίδη

Λίγα λόγια για τον ποιητή

Ο Γεώργιος Πετρίδης ή Ορφέας γεννήθηκε στις 3 Μαΐου του 1982 στη Λειβαδιά, όχι μακριά από το Μαντείο του Τροφώνιου, αλλά ζει μόνιμα πια στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου πανεπιστήμιου της Κέρκυρας. Σπουδαστής της Θεολογικής σχολής Αθηνών και μεταπτυχιακός σε πρόγραμμα που σχετίζεται με τις πηγές της Ιστορίας, την έρευνα, την κριτική και την έκδοσή τους. Έχει ασχοληθεί με τη συγγραφή άρθρων, με την έρευνα του μικρασιάτικου ελληνισμού και έχει διδάξει ως φιλόλογος. Τέλος, εύχεται αυτή η έκθεση λόγου και στίχων να έχει να δώσει λίγο φως κι ελπίδα.849

Το κερί

Σαν ανάβω κερί,

θυμούμαι τον Ίκαρο,

το εδικόν του φως,

το εδικόν του σβύσιμον 

  το πελαγίσιον.

Κηροσβέστης αρχαίος η θάλασσα.

Σαν ανάβω κερί,

έχω έθος αρχαίον,

να ποθυμώ πιο βίαια το τέλος...

Σαν ανάβω κερί το λοιπόν,

σβολιάζω ως σκαραβαίος

  το κάτωθεν του κηρίου,

ως να ζητώ φως πιότερο,

κρατώ το σχοινί,

ως ελπίδα ακροβάτου

ή επί θηλιά,

να σπαρταρά το ευλύγιστο κορμί,

το ελάχιστο κορμί μου...

Και τον σβώλον τον κρατώ

  ως παιδί αρχαίον...

το παρατηρώ,

το πλάθω,

σαν να κυνηγώ το όνειρον Ικάρου

-μην δεν πήραν σχήμα

  τα πτερά τα μεγάλα,

ως μίκραιναν,

ως υγράνθηκαν;

Σαν ανάβω κερί,

δουλεύω τα χέρια μου,

άκρα λίπους που συγκρατούν

  την ψυχήν μου,

δεν κακοφορμίζουν,

ως τα κηριά επι Ρώμης,

μα σαν από μελίσσι,

εργάζομαι

-μην και η μέλισσα δεν σβολιάζει

   ανθί το ανθί;

Σαν ανάβω κερί,

χριστιανικά

ή αισθαντικά με έλαιον και σε μέλος,

ηξεύρω διαρκεί ισόποσα,

μετρημένα,

η θερμότης,

όση άμετρη και βίαια η εμη...

Σαν ανάβω κερί,

ο ρυθμός της καύσης μου,

της φλόγας το υγρό τέλος,

δεν μετρείται σε σειρά,

σε πλήθος,

μοναχικό κερί,

ευλαβικό,

με δίχως μέλλον...

Σαν ανάβω κερί,

το πρώτον φως θυμούμαι.

Δεν κυρτώνω,

μήτε το λιώσιμο αναμένω στωικά...

Και σβόλιασα

και σχοινί εκράτησα ικανόν...

Δεν εξατμίζεται η φλόγα χαιρέκακα,

μήτε ηδονικά.

Παρά μόνον το μέτρον 

  της πράξης γίνεται,

ευσυνειδήτως.

Σαν ανάβω κερί,

έχω ήδη κόψει πριν το σχοινί

  και από πάνου άλλωστε.

Σαν της Μοίρας το ίδιο κοφτήρι

  να έχω.

Δεν μετρώ το βάρος της φάλαινας,

την ευθύνη του Θανάτου,

μήτε την παραφίνην θέλω

-μέτρο της φλόγας των πολλών.

Σε καιρόν που οι μέλισσες

  ποθαίνουν,

αυξάνω τον πόθον 

  να ανάψω ένα καθαρόν κερί...

Σαν ανάβω κερί,

όταν πλαστεί και παραγγελθεί,

δεν θα σβηστώ ποτές

και ας αργεί η καύσις...

Σβόλιασα πολύ κερί,

έχω να προσθέσω...

Εκράτησα πολύ ψυχή και νήμα,

έχω μοίρα ακόμα να δέσω ναυτικά,

μην και σωθω σε θάλασσα 

  αρχαιοπρεπώς..

Καλό το Ικαριον

  με τον΄Οσιον Ονούφριον

-γυμνόν ασκητήν δεν λέγω,

μα σαν ανάβω κερί,

σαν σε ολίγον, ναυαγός ανελαιος,

ας φορώ κάτι στο Λύκιον,

Άγιε Νικόλα σώστα μου...

Αν ήμουν με έλαιον 

  καλλίγραμμος γυμνός νοτισμένος,

ίσως άλλον θεόν να ήθελα,

σαν άναβα κερί,

σαν έσβηνα έμενα...

Μα με παθια και προ θανάτου,

με παθια και εντός ζωής,

μια αγιοσύνη μου πρέπει,

σε ένα κερί που ανάβω,

στα τόσα αισθαντικά που σβήνουν,

κορμιά κεριά,

σαν ξεθεώνουν,

σώζονται.

Ικάρια...