Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

ev media-logo

Ο Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος γράφει για τον ποιητή Γιώργο Μπακλάκο

Λίγα λόγια για τον ποιητή:

Ο Γιώργος Μπακλάκος γεννήθηκε το 1992 στο Χολαργό Αττικής. Μεγάλωσε στην Άσκρη Βοιωτίας, πατρίδα του αρχαίου επικού ποιητή Ησιόδου, πατέρα του διδακτικού έπους. Από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για τα βιβλία και το διάβασμα. Σπούδασε οικονομικά στο ΕΚΠΑ. Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα. Το "Ημιυπτόγειο" αποτελεί το πρώτο του βιβλίο.

838

ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ

Γιατί βιάζεσαι να νικήσεις;

Ποιός σε γέλασε, δεν έμαθες πως για κείνον που τερματίζει

πρώτος στον αγώνα, τελειώνει πιο γρήγορα η διαδρομή;

Μανιωμένος για τα πρωτεία, σαν κούρσας άτι

φορούσες παρωπίδες, μονάχα το νήμα θέλησες να δεις

δεν μπόρεσες ούτε για λίγο στο πλάι να κοιτάξεις

για να κερδίσεις στον αγώνα έπρεπε στ' άλλα όλα να χάσεις.

Στου βάθρου σαν ανέβηκες το πιο ψηλό σκαλί, στον Όλυμπο σου

ήσουν μονάχος, πως ν' ακολουθήσουν οι θνητοί το Θεϊκό το τρέξιμό σου;

Δεν τους περίμενες μια στιγμή, τη δόξα ήθελες να προλάβεις

μα εξόν αυτής, δεν έχεις τίποτα πια να παραλάβεις.


Ο ΑΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Αυτοκαταδικάστηκες στην τρέλα ισόβια

για να γλιτώσεις απ' τη λογική

μια λογική που κουβαλάν οι πολιτισμένοι

μια λογική που δολοφονεί τον ευαίσθητο

σε μια τέτοια λογική δε μπορούσες ν' ανασάνεις.

Κατά Χριστόν σαλός λοιπόν, του χωριού ο τρελός

που τριγυρνάει στις φωτισμένες τις πλατείες

και με ορμή ραβδίζει τις λογικές τους πράξεις.

Βρήκαν λέξεις να σε καταραστούν.

Βλάσφημος, τρελός, γραφικός, ρομαντικός

κι εσύ με την κατάρα σου ακόμα ερωτευμένος.

Βήματα τους πάνε πίσω

άλματα τα νομίζουν για μπροστά

κι εσύ τέκνο του Σωκράτη

της αμφισβήτησης γνήσιος απόγονος

σφηνάκια κώνειο κατεβάζεις στη σειρά.

Με αίματα στα χέρια, με κρέατα ωμά

τον κόσμο να διαβαίνεις

καμπαναριά σημαίνεις μήπως και κάνεις διαφορά.

Μια πέτρα που σπρώχνει τα βράχια

μα η κατολίσθηση καθυστερεί.

Κι όσο η αλλαγή αργεί

 

σφίγγει ο κόμπος στου λαιμού σου το σχοινί.


Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ

Δε συνάντησα μοναχικότερο μονοπάτι απ' τον έρωτα.

Ατελής ολοκλήρωση, ενωνόμαστε δίχως να γίνουμε ένα.

Να μπορούσα να κόψω το συναίσθημα στα δυο

να μπόραγα να μοιράσω το κάψιμο

να 'σπερνα στου μυαλού σου την οθόνη το χαμόγελό σου

μέσα από τα δικά μου μάτια.

Να μπορούσα να σε κλείσω μέσα μου το βράδυ που ξαπλώνω

και σε σκέφτομαι.

Δεν έχω καταλήξει αν μοιραζόμαστε ή μονάχα συζούμε.

Ακόμα κι όταν προσπαθείς να ισορροπήσεις την παλάντζα

η αμφιβολία σε νικάει.

Δεν ξέρω αν είναι ανασφάλεια αν είναι ψευδαίσθηση

ξέρω μονάχα πως πετάγομαι τις νύχτες να δω μήπως έφυγες

ή μήπως έφυγα εγώ, μήπως δεν είμαστε πια εδώ.

Δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο, παλεύεις.

Ένας δακτύλιος του Κρόνου

τόσα χρόνια σε αγκαλιάζω δίχως να μπορώ να σε αγγίξω