Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

ev media-logo

Τέτοιες μέρες το ’42, η Χρύσω Ευρυτανίας γίνεται το πρώτο χωριό της ηπειρωτικής Ελλάδας που γνωρίζει τον όλεθρο από τους κατακτητές

 Η όμορφη Χρύσω Ευρυτανίας ήταν το πρώτο χωριό της ηπειρωτικής Ελλάδας που γνώρισε τη μανία της καταστροφής των κατακτητών, αφού τον Δεκέμβρη του 1942 σχεδόν όλα τα σπίτια του χωριού έγιναν στάχτη από τους κατακτητές, ως αντίποινα της μάχης που είχε προηγηθεί ανάμεσα σε ομάδα πατριωτών-ανταρτών του αρχηγείου Ευρυτανίας του Ε.Λ.Α.Σ με τους Ιταλούς στα στενά «Σούϊλα».

xriso-1938-0

Στις 6 Δεκέμβρη έλαβε χώρα η απάνθρωπη θανάτωση των επτά αντιστασιακών στο Νιμάτι, με τους Ιταλούς φασίστες να υποχρεώνουν τα θύματα να σκάψουν τον λάκκο τους με τα ίδια τους τα χέρια, προτού εκτελεστούν. Θυσιάστηκαν υπέρ πατρίδος οι: Μιχάλης Τριανταφυλλόπουλος και Βασίλης Γκαρίλας (από το Κερασοχώρι), Γιώργος Γκούβας (Καρπενήσι), Δημήτρης Χειλάς (Αγ. Δημήτριος), Γιώργος Χόντος (Άγραφα), Δημήτρης Κακαβάς (Δομιανοί) καθώς και ένας άγνωστος Θεσσαλός αγωνιστής.

Στην ιστοσελίδα του συλλόγου του χωριού (xriso-eyrytanias.gr), διαβάζουμε για τα γεγονότα της εποχής:

«’Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται’ λέει ο λαός μας. Έτσι και το δικό μας όμορφο χωριό δοκίμασε την πύρινη λαίλαπα των Ιταλών κατακτητών. Ήταν χειμώνας του 1942. Αρχές Δεκέμβρη, στις 7. Το όμορφο και πλούσιο χωριό μας έγινε στάχτη.

Η Χρύσω αριθμούσε τότε 487 ψυχές. Μέσα στο χωριό κατοικούσαν περίπου 360 άτομα, που έμεναν σε 90 καλοχτισμένα σπίτια. Από αυτά τα 85 τα αφάνισε η καταστροφική μανία των κατακτητών. Σπίτια που είχαν χτιστεί αιώνες πριν, που για το χτίσιμό τους αγωνίστηκαν ολόκληρες γενιές χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Γλίτωσαν από την πύρινη λαίλαπα 5 μόνο. Τα σπίτια των Δ. Καρανίκα, Κ. Χαλκιά, Κ. Χειλά, Φ. Σαρρή και του Ε. Μούστελου.

Ήταν χειμώνας, το κρύο τσουχτερό, οι Χρυσιώτες αφού πρόλαβαν και το εγκατέλειψαν, πριν μπουν οι Ιταλοί, παρακολουθούσαν από τα γύρω υψώματα το καταστροφικό έργο της φωτιάς. Επέστρεψαν σ’ αυτό αμέσως μόλις το εγκατέλειψαν οι Ιταλοί. Αλλά πώς να ζήσουν πια; Τα σπίτια με όλα τα υπάρχοντά τους καμένα. Τι να φάνε; που να στεγαστούν; Ο λαός μας λέει ‘ο σεισμός γκρεμίζει αλλά κάτι μένει, το ίδιο και η πλημμύρα παίρνει, αλλά κάτι αφήνει. Η φωτιά όμως καταστρέφει τα πάντα και μένει μόνο στάχτη’. Άρχισε τότε ο τιτάνιος αγώνας της επιβίωσης. Η αλληλεγγύη λειτούργησε και πάλι. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον να φτιάξουν παραπήγματα για να στεγαστούν. Όσο για φαγητό, ότι μπορούσαν να βρουν στα χωράφια, κτηνοτροφικά προϊόντα και λίγα από τα υπάρχοντά τους που πρόλαβαν και έκρυψαν.».

Και στο βιβλίο του Κώστα Καραγιώργου  με τίτλο «Η ΡΟΥΜΕΛΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ» (Αθήνα 1979), διαβάζουμε:

«…Οι Ιταλοί περίμεναν ενισχύσεις από το Αγρίνιο και αφού ήλθαν κατέλαβαν όλα τα υψώματα μέχρι το βουνό Καυκί και στις 7 του Δεκέμβρη μπήκαν στο χωριό και αφού έκαψαν ένα μέρος από αυτό επέστρεψαν στον καταυλισμό τους, είχαν δε και δύο σκυλιά μαζί τους, τα οποία βρήκαν τα κρυμμένα λάφυρα και τα ξαναπήραν.

Στις 8 του μήνα εκτέλεσαν τούς αντάρτες που είχαν συλλάβει και τούς δύο ομήρους γιατί ο τρίτος όμηρος ο Σπύρος Μηρηγκούνης κατάφερε να τούς ξεφύγει και έτσι σώθηκε.

Στις 9 του μήνα μπήκαν ξανά στο χωριό και αφού έκαψαν όλα τα σπίτια εκτός του Χαλκιά προχώρησαν για τα Άγραφα. Στρατοπέδευσαν στη “θέση Καριά”  και εκεί έθαψαν δύο νεκρούς, ο ένας πού σκοτώθηκε στη μάχη και ένας άλλος που δεν μάθαμε πού και πώς σκοτώθηκε και μάλλον ήταν αξιωματικός

Σε κάθε τάφο έβαλαν ένα μπουκάλι σφραγισμένο με το όνομα του νεκρού. Στις 10 Δεκέμβρη έφτασαν στα Άγραφα και αφού τα έκαψαν επέστρεψαν στο Καρπενήσι.».