Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2019

ev media-logo

Ο Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος γράφει για την ποιήτρια Σοφία Τανακίδου

826-0

Λίγα λόγια από την ποιήτρια Σοφία Τανακίδου:

«Γεννήθηκα σε ένα μικρό χωριό ψηλά στο Μπέλες άγνωστο στους περισσότερους για μένα ότι πιο γνώριμο. Αν και δεν μεγάλωσα εκεί έζησα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων.

Η Μακρυνίτσα για μένα ήταν η απαρχή της ζωής μου το βουνό μου. Ύστερα κατέβηκα στη θάλασσα η Θεσσαλονίκη έγινε η μούσα μου και κατέληξα στην Χαλάστρα. Η διαδρομή μου ήταν από το βουνό στη θάλασσα και έπειτα στον κάμπο. Εδώ τελειώνει το ταξίδι; Δεν ξέρω.

Το ταξίδι μου δεν ήταν τα μέρη, το ταξίδι μου είναι οι άνθρωποί, το ταξίδι μου πάνω από τα μέρη και τους ανθρώπους είναι η ποίηση. Την αγάπησα την εγκατέλειψα την ξαναβρήκα και δεν έχω σκοπό να την εγκαταλείψω ξανά Όλη η ζωή μου ένα ποίημα μέσα σε αυτό ζω και ονειρεύομαι και εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ.»

Δεν υπάρχεις.

Στο δρόμο βρέχει, νιώθω ένα κρύωμα στην καρδιά μου,

  σε λίγο φτάνω σπίτι ανοίγω την πόρτα ξαπλώνω κουρασμένη.

Σε νιώθω γύρω μου, σέρνεσαι στο κρεβάτι, έρχεσαι όλο και πιο πολύ

  δίπλα μου, ακούω την ανάσα σου, ακούω το ειρωνικό σου γέλιο,

  μα δεν σε βλέπω.

Απλώνω τα χέρια μου μήπως και σε αγγίξω εξαφανίζεσαι τελείως.

  Περνάει λίγη ώρα ηρεμίας ώσπου σε νιώθω πάλι.

-Ποιος είσαι;

Σου φωνάζω δεν μου απαντάς ποτέ.

Προσπαθώ να κοιμηθώ να σε ξεχάσω,

ένας εφιαλτικός ύπνος κενός από όνειρα,

σαν να έχει πεθάνει η ψυχή μου με ταράζει,

μα ξυπνάω κάθε πρωί και αντικρίζω το συνηθισμένο φως

   και καταλαβαίνω πως ακόμα ζω.

Περνούν οι ώρες ως που σε ανακαλύπτω πάλι, σε κυνηγώ και όλο

  τρέχεις, θέλω να σε πιάσω, να τυλίξω τα χέρια μου

  στον άυλο λαιμό σου να σε σκοτώσω.

Δεν με αφήνεις πια ήσυχη,

σιγά σιγά παίρνεις και μορφή

ακόμα και στο δρόμο εμφανίζεσαι,

όταν θέλω να μιλήσω με κάποιον μπαίνεις ανάμεσά μας

  και μου κόβεις την ανάσα,

ώρες-ώρες είσαι τόσο τρομακτικός,

μερικές φορές κοιτάω στον καθρέφτη και δεν βλέπω το είδωλό μου

  βλέπω εσένα,

με πιάνει το παράπονο και κλαίω μόνη μου τότε έρχεσαι κοντά μου

  να με παρηγορήσεις θέλεις να γίνουμε φίλοι.

- Μα αφού δεν υπάρχεις, σου φωνάζω απεγνωσμένα και τότε μία ερώτηση φτάνει μες στο μυαλό μου και καίει την ψυχή μου.

-Μήπως πιστεύεις ότι υπάρχεις εσύ;