Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

ev media-logo

Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915), ο Ευρυτάνας λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός, που πέθανε μια μέρα σαν σήμερα από τύφο

Πεζογράφος, ποιητής, δημοσιογράφος και πολιτικός, ο πολυπράγμων Στέφανος Γρανίτσας γεννήθηκε το 1880 στη Γρανίτσα Ευρυτανίας και πέθανε σε νεαρή ηλικία, στις 13 Σεπτέμβρη του 1915, «χτυπημένος» από επιδημία τύφου.

granitsas-stefanos1

 

 

Από πολύ νέος διακρίθηκε για την έφεσή του στα Γράμματα και το ήθος του. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο στην Άρτα, ήρθε στην Αθήνα, το 1899, και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, ενώ παράλληλα άρχισε ν’ ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Τα πρώτα αξιόλογα δημοσιεύματά του φάνηκαν απ’ τις σελίδες του περιοδικού «Παναθήναια», ώσπου τελικά έγινε αρχισυντάκτης του «Χρόνου».

Στα 1911, μόλις ενηλικιώνεται, εκλέγεται βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας-Ευρυτανίας και παίρνει μέρος σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός στον πόλεμο του 1912-13. Μετά τον πόλεμο άρχισε να δημοσιεύει στην «Εστία» τη σειρά των πεζογραφημάτων που τον έκαναν γνωστό και που για μισό αιώνα αργότερα υπήρχαν σ’ όλα τα σχολικά μας αναγνώσματα: είναι τα περίφημα «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου».

Ο Στεφ. Γρανίτσας πέθανε νέος πολύ, από μια επιδημία τύφου που τον προσέβαλε στην Καλαμάτα, το καλοκαίρι του 1915, όταν πήγε να δη έναν αδελφό του εγκατεστημένο εκεί. Τα πεζογραφήματα αυτά συγκεντρώθηκαν αργότερα και κυκλοφόρησαν σ’ έναν τόμο το 1921. Μεγάλο μέρος από το υπόλοιπο έργο του παραμένει εγκατεσπαρμένο στις εφημερίδες της εποχής. Ο Γρανίτσας έγραψε ακόμη και μια θεατρική ηθογραφία, με τίτλο «Ο Μήτσελος» που ανέβηκε στο θέατρο «Ομονοίας».

granitsas-stefanos-protomi1

Προτομή του στη Γρανίτσα, τη γενέτειρά του

Η προσωπικότητα του Στέφανου Γρανίτσα, οι γνώσεις του και το λογοτεχνικό του ταλέντο υπόσχονται πολλά για την αναγεννημένη Ελλάδα, μετά την Επανάσταση του 1909. Ήταν τόσες οι πληροφορίες του για την αγροτική ζωή και τις ανάγκες της ελληνικής επαρχίας, που ο Ελ. Βενιζέλος (ο Γρανίτσας ήταν βουλευτής του) του ανάθεσε τη σύνταξη όλων των αγροτικών νομοσχεδίων.

Ως λογοτέχνης ο Γρανίτσας έφερε μια αγροτική δροσιά, την καθαρότητα του βουνήσιου αγέρα στην αποπνιγμένη απ’ την καθαρεύουσα Λογοτεχνία μας. Ο Παύλος Νιρβάνας τον χαρακτήριζε «ο πεζογράφος Κρυστάλλης», κι ο Βλάσης Γαβριηλίδης έλεγε για τα χρονογραφήματα του Γρανίτσα: «Τα ρουφάω σαν δροσιστικό κάθε πρωί».

Για τον Στέφανο Γρανίτσα, ο Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου έγραψε*:

"Σπανίως άνθρωπος ανεζητήθη τόσον πολύ όσον ο Στέφανος Γρανίτσας. Κάνεις δεν θέλει να συνειθίση με τον θάνατόν του. Το πέρασμά του από τας Αθήνας αφήκε την χαρμόσυνον ανάμνησιν αγρίου και θαλερού δένδρου, το οποίον σαλεύει και πρασινίζει χίλια μέτρα υπέρ την θάλασσαν. Το δένδρον αυτό εσκόρπιζεν ημέραν και νύχτα εδώ εις την πρωτεύουσαν διηγήσεις διά τα θαυμάσια της φύσεως. Ολίγων λεπτών συνομιλία με αυτόν άφηνε φυσιολατρικήν χαράν εις τον ακροατήν.

Την φιλολογίαν του δεν επρόφθασε να την γράψη, την είπεν όμως. Ήτο άσωτος εις αυτό. Εσκόρπιζε παντού το πλούσιον υλικόν που του έδωσεν η γέννησις και η ζωή του εις την κορυφήν της αγρίας Ευρυτανίας, εις την Γρανίτσαν των Απεραντίων. Εκεί επάνω ησθάνθη, εκεί επήρε τας εικόνας, τους τύπους, την ανάμνησιν των μαχών μεταξύ των στοιχείων, τας βιβλικάς σελί­δας που μας διηγείτο. Εκεί επήρε την ρουμελιώτικην αγνότητα της ψυχής του. Η μουσικότης της πεζογρα­φίας του είναι και αυτή δώρον της πατρίδος του. Και εις το γέλιο των σελίδων του περί των ζώων δεν είναι δυνατόν παρά να αναγνωρίσωμεν τον ιδιαίτερον χαρακτήρα των συνδημοτών του Απεραντίων, ανθρώπων ιδιαιτέρως φημιζομένων εις τον νομόν Αιτωλοακαρ­νανίας διά την ιλαράν αντίληψιν που έχουν της ζωής. Με αυτά τα στοιχεία και με το πολύχρωμον τάλαντόν τον, ο Γρανίτσας ήτο για τους κύκλους που ευτύχησαν να τον γνωρίσουν μία ζωντανή λαογραφία.

Εξεφράζετο με την γνωμικήν σοφίαν του λαού. Κατήντησε να ομιλή με λαϊκούς μύθους. Αντί γνώμης, για πολλά ζητήματα παρουσίαζεν ένα μύθον της Ευρυτανίας. Οι μύθοι του είτε απλοί, όπως τους έπαιρνεν είτε διασκευα­σμένοι από τον ίδιον, ήσαν εξαίσιοι. Χίλια άρθρα δεν λέγουν ό,τι ο μύθος του Γρανίτσα διά τον άγρυπνον σκύλον με το λυκοξύγκι, με τον οποίον εχαρακτήρισε το γλωσσικόν ζήτημα. Κατά τον ίδιον τρόπον εξεφράζετο για ολοκλήρους καταστάσεις, Ήτο ριζωμένος εις την ελληνικήν Γην. Εσυλλογίζετο αυτήν και εσκέπτετο δι’ αυτής. Αυτή τον απησχόλησε και ως πολιτευόμενον. Εις την Βουλήν ήτο ο πρώτος ασχοληθείς, με πρωτοτυπίαν και οξύτητα, εις τα πλουτοπαραγωγικά ζητήματα της ελληνικής γης. Ακόμη και εις τας σελί­δας αυτάς τον παρακολουθούν αι παραγωγικαί του απασχολήσεις.

Δεν επρόφθασε να κάμη τίποτε από όσα ήθελε. Εχάθη αιφνιδίως. Εις την θλίψιν μας διά το δόλιον κτύπημα, είναι μία παρηγοριά, ότι έχομεν αρπάξει από τα χέρια του θανάτου, την λαογραφικήν αυτήνζωολογίαν, όπου το οξύ και δροσερόν πνεύμα του κατα­σκοπεύει το μυστήριον της ζωικής φύσεως μέσα εις τα άγρια ελληνικά τοπία που το ελίκνισαν.".


*Στον πρόλογο του βιβλίου του Στ. Γρανίτσα με τίτλο "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου"

ΠΗΓΗ: Με στοιχεία από: Δ.Π. ΚΩΣΤΕΛΕΝΟΣ / ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ / ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ. ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ / ΑΘΗΝΑ / 1976