Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

ev media-logo


«Σφαιρική ιδεολογία». Ο Διονύσης Παρούτσας γράφει για το ποδόσφαιρο, με αφορμή την έναρξη του Μουντιάλ (έντυπη έκδοση)

Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς ότι οι Ιούνιοι της ζωής μας, έχουν συνδεθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο άρρηκτα με δύο πράγματα: Τις εξετάσεις του σχολείου και τα μουντιάλ! Ίσως να μην ισχύει το ίδιο και για το γυναικείο πληθυσμό, αλλά θα ήταν αξιοπερίεργο αν δεν συνέβαινε, έστω και υπό μια διαφορετική οπτική.808

Κάθε φορά όμως που παρακολουθούμε έναν αγώνα της Εθνικής, κάθε φορά που ξεχυνόμαστε στους δρόμους πανηγυρίζοντας με άγρια χαρά για την πανευρωπαϊκή ή παγκόσμια διάκριση της ομάδας μας, (κάτι που έχουμε ήδη πολλά χρόνια να κάνουμε) καλό είναι να κρατάμε και μια πισινή, αναγνωρίζοντας ότι εκείνη τη στιγμή συμμετέχουμε σε μια κοινωνική εκδήλωση που αποπροσωποποιεί τα άτομα, τα κάνει απλές μονάδες ενός ευρύτερου συνόλου και τους αφαιρεί τη δυνατότητα να σκέφτονται αυτόβουλα.

Κι αυτό είναι λογικό. Το ποδόσφαιρο αποτελεί ένα εξαίσιο θέαμα, γεμάτο χρώμα, αρμονία, ρυθμό, εντάσεις. Εκτός από την αισθητική του όμως είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό και τραγικό, αφού αναφέρεται σε τρεις ενστικτώδεις αρχές: τη βία, την αβεβαιότητα και το θάνατο. Μ' άλλα λόγια εκπροσωπεί το σύμβολο της ίδιας της ζωής. Στο ποδόσφαιρο παλεύει με φυσικό τρόπο ο άνθρωπος τον άνθρωπο, δεν είναι ποτέ κανείς σίγουρος εκ των προτέρων για το αποτέλεσμα, και, τέλος, παίζουμε με το θάνατο, πεθαίνουμε συμβολικά, πολλές φορές μάλιστα προτιμάμε τη φυσική κατάρρευση παρά τη συμβολική εξαφάνιση – δεν είναι σπάνιες οι λιποθυμίες και οι θάνατοι στις κερκίδες λόγω της έντασης των συναισθημάτων.

Το γήπεδο αναπαράγει την καθημερινότητα με τα δράματα της: άγχος, σοκ, εχθρότητα, διαμάχη μεταξύ εθνών, κρατών, νομών, γειτονιών, σχολείων και κοινωνικών ομάδων. Μετατρέπει την αληθινή ιστορία με συμβολικό τρόπο σε αθλητικό δράμα, προσφέροντας έτσι μια εικόνα όπου οι μάζες μπορούν να αναγνωρίσουν τη δράση μεγάλων ανθρώπινων τύπων: καλός, κακός, σκληρός κ.ά.

Συνεπώς δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε παρατηρώντας, είτε τις τεράστιες μετακινήσεις πληθών που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν σε καμιά άλλη συλλογική εκδήλωση, είτε τις βίαιες αντιδράσεις τους, είτε αυτή την γλυκιά ανάμνηση των περασμένων αναμετρήσεων που παρακολουθήσαμε ως "ενεργοί θεατές" – αν αυτή η έκφραση περιέχει κάποιο νόημα!

Στην κερκίδα και στον αγωνιστικό χώρο, δεν αναγνωρίζουμε την ιδιαιτερότητα του άλλου, αν δηλαδή είναι εργάτης, φοιτητής, επιστήμονας, μικροαστός, αφεντικό, αφού γίνεται ένα μ' "εμάς", για να υποστηρίξει τη σημαία «μας», τον ύμνο «μας», τα σύμβολα «μας».

Εντούτοις ήδη από το 1968, ο κοινωνιολόγος Ζαν Μαρί Μπρόμ, με το άρθρο του "Αθλητισμός, πολιτισμός και καταστολή" έφερε τα πάνω κάτω στον κόσμο του αθλητισμού και της φυσικής Αγωγής. Μέχρι τότε όλοι πίστευαν ότι ο αθλητισμός είναι πολιτισμός. Εκείνος όμως υποστήριξε ότι το ποδόσφαιρο έχει μεταβληθεί σε "ένα μέσο που προτείνει την ταξική συνεργασία στο χώρο των αθλητικών δραστηριοτήτων όπου η ταξική εκμετάλλευση δεν είναι προφανής όπως στην επιχείρηση".

Έκτοτε μάθαμε όλοι ότι μπορεί πράγματι να παίξει περισσότερους ρόλους: να αποσπάσει την προσοχή των πολιτών από μια δυσάρεστη πολιτική κατάσταση, ή από τα προβλήματα που η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, να παρακινήσει τους εργαζόμενους στην ταξική συνεργασία, και να ξεχάσουν την εκμετάλλευση που τους επιφέρει η κοινωνία της "ελεύθερης αγοράς", να χρησιμοποιηθεί ως μέσο απαλλαγής από τις λανθάνουσες τάσεις για βία και επιθετικότητα, να αποκοιμίσει την κοινή γνώμη και εν πάση περιπτώσει να την οδηγήσει να υποτιμήσει ορισμένους κινδύνους.

Σε υπανάπτυκτες (αλλά και ανεπτυγμένες) κοινωνίες, οι μάζες αποκτούν έναν κόσμο ανώδυνο, που δεν υφίσταται καν, χωρίς τη χρήση αυτών των αθλητικών γεγονότων, γύρω από τα οποία αναπτύσσουν τις δραστηριότητες τους: μόρφωση, ψυχαγωγία, επικοινωνία, δράση, αρνούμενες να ασχοληθούν τον ελεύθερο χρόνο τους με τον πραγματικά πολιτικό και πολιτισμικό τους κόσμο.

Το σύστημα επιτρέπει λοιπόν κατά διαστήματα στις μάζες να συγκεντρωθούν, να ποδοκροτήσουν, να ουρλιάξουν, να «εκτονωθούν», διοχετεύοντας τη μαζική τους ενέργεια προς τους θεσμούς της τάξης. Το ποδόσφαιρο, όπως και κάθε αθλητική εκδήλωση, όχι μόνο σέβεται την υπάρχουσα τάξη, αλλά εγκαθιδρύει και τη δική του μέσω της εσωτερικής του διάταξης την οποία διδάσκει στις μάζες να σέβονται.

Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς την αναγκαιότητα της ύπαρξης της ένοπλης αστυνομίας και τον έλεγχο που αυτή διεξάγει πάνω στην αθλητική δραστηριότητα; Όλη η ιστορία εντοπίζεται στη διατήρηση της σύγκρουσης στα πλαίσια του αγωνιστικού χώρου, στην αποφυγή της μεταφοράς της έξω απ' αυτόν και γι' αυτό η παρουσία της αστυνομίας είναι επιβεβλημένη!

Εντούτοις, δεν πρέπει να παραβλέπουμε και το θεραπευτικό αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής. Οι κοινωνιολόγοι υπογραμμίζουν την καθαρκτική αξία του ποδοσφαίρου, και μερικοί θεωρητικοί του αθλητισμού το εμφανίζουν ως το ειρηνικό μέσο που αντικαθιστά τη βία του πολέμου και που επιτρέπει την απελευθέρωση της ανθρώπινης επιθετικότητας. Αποκτά έτσι μια κοινωνική σημασία. Η επικοινωνία που εδραιώνεται μεταξύ του αγωνιζόμενου και του θεατή δημιουργεί μεταξύ τους μια έκδηλη αλληλεγγύη. Και οι δύο μετέχουν στον αγώνα, αισθάνονται τις ίδιες συγκινήσεις, γνωρίζουν τις ίδιες χαρές. Και στο τέλος το αποτέλεσμα "καθαίρει" τα πάθη, με την οριστική και αμετάκλητη τελεσιδικία του, πότε δημιουργώντας αισθήματα ευφορίας και πότε αναμονής για την επόμενη συνάντηση όπου θα επιδιωχθεί η ανατροπή του αρνητικού αποτελέσματος.

Δεν είναι απαραίτητα διαβολικό ή απαραίτητα άγιο, λοιπόν, το ποδόσφαιρο όπως δεν είναι τίποτα ασπρόμαυρο στη ζωή. Πολιτικά, ο αθλητισμός όπως η επιστήμη και η τέχνη είναι ουδέτερος. Μπορεί να είναι η τροφή ενός στοιχειώδους εθνικισμού και να χρησιμοποιηθεί σαν όπιο του λαού. Μπορεί, αντίθετα, να προσεγγίσει τα έθνη σε μια κοινότητα ειδώλων, που καταργεί τα σύνορα και τις φυλές. Το οικοδόμημα μπορεί να 'ναι ένα πολιτικό βήμα στην υπηρεσία κάθε είδους μηνύματος, από τη σωτηρία των Ναζί των Γερμανών αθλητών της χιτλερικής περιόδου, μέχρι την υψωμένη γροθιά των μαύρων Αμερικανών αθλητών στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μεξικού το 1968.

Ο αθλητισμός έχει λοιπόν τη σημασία που εμείς θέλουμε να του δώσουμε. Κι ας κρατήσουμε αυτό στο νου, βλέποντας απενοχοποιημένα όσο ποδόσφαιρο θέλουμε και συμμετέχοντας όσο ενεργά επιθυμούμε, κρατώντας, όμως, τις απαραίτητες επιφυλάξεις για την περίπτωση που κάποιος θελήσει να μας χειραγωγήσει μέσω αυτού ή οποιουδήποτε άλλου μέσου!

(Με στοιχεία από άρθρο του Γιάννη Χλιαουτάκη με τίτλο "Ο ρόλος του ποδοσφαίρου στη σύγχρονη κοινωνία", που δημοσιεύτηκε στη ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, στα τέλη του '80).