Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

ev media-logo


Ιστορικοί παραλληλισμοί. Ο Διονύσης Παρούτσας γράφει για το 1909 και το 2018, που απέχουν 109 χρόνια ωστόσο μοιάζουν σε πολλά

Από το 1909 έχουν περάσει ακριβώς 109 χρόνια. Την εποχή εκείνη είχε περάσει μόλις μια δεκαετία από τον άτυχο πόλεμο του 1897, όταν η Ελλάδα προσπάθησε να απελευθερώσει τη Θεσσαλία, με κακή προετοιμασία και λανθασμένους στρατηγικούς χειρισμούς και η χώρα βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής.806

Οι διάδοχοι του βασιλιά «ανακατεύονταν» στο στράτευμα και τα είχαν κάνει μπάχαλο, καθώς είχαν καταργήσει κάθε έννοια αξιοκρατίας και τοποθετούσαν σε υψηλά πόστα τους ευνοούμενούς τους. Γενικά στην κοινωνία υπήρχε μια αίσθηση ότι τα πάντα ήταν υπό διάλυση, ενώ κυρίαρχη λέξη στην πολιτική ζωή ήταν η «συναλλαγή».

Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης γεννήθηκε ένα στρατιωτικό κίνημα, που έμεινε στην Ιστορία ως το Κίνημα στο Γουδί, το οποίο απαιτούσε να υπάρξει αξιοκρατία στο στράτευμα και παράλληλα εξέδωσε ένα αόριστο κείμενο για ορθότερη διαχείριση όλων των πολιτικών πραγμάτων, πρόοδο στην παιδεία, εκσυγχρονισμό της χώρας και διάφορα άλλα αιτήματα, για τα οποία φυσικά οι συντάκτες του δεν είχαν την παραμικρή ιδέα σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να υλοποιηθούν. Εξ άλλου δεν ήταν παρά στρατιωτικοί, που πάει να πει ξεκομμένοι κατά κάποιο τρόπο από την κοινωνία και την πολιτική.

Εντούτοις, το κείμενο αυτό υιοθετήθηκε απόλυτα από το λαό, ο οποίος άσκησε αφόρητη πίεση στην ανίκανη κυβέρνηση της εποχής, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικοί να καλέσουν τον έμπειρο πολιτικό της Κρήτης, Ελευθέριο Βενιζέλο. Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Βενιζέλος μετέτρεψε την Ελλάδα σε κράτος τριών ηπείρων και πέντε θαλασσών, άλλο αν οι επίγονοί του την κατάντησαν και πάλι σε ψωροκώσταινα με το πέρασμα του χρόνου.

Εκατό χρόνια αργότερα οι συνθήκες είναι σχεδόν πανομοιότυπες! Τώρα δεν έχουμε «συναλλαγή», έχουμε όμως «διαπλοκή». Τώρα δεν έχουμε διαδόχους στο στράτευμα να προωθούν την ευνοιοκρατία, έχουμε όμως κάθε είδους πολιτικούς προστάτες που υποστηρίζουν τα δικά τους παιδιά. Τώρα δεν έχουμε οικονομική κρίση ως αποτέλεσμα μιας πολεμικής ήττας, έχουμε όμως ένα υπερχρεωμένο κράτος το οποίο αν δεν βρίσκονταν υπό κηδεμονία, θα είχε προ πολλού αναστείλει τις πληρωμές των δημοσίων υπαλλήλων του.

Φυσικά σήμερα ο στρατός δεν θα διανοείτο να προβεί σε επικίνδυνες εξωθεσμικές παρεμβάσεις -και δόξα τω Θεώ γι’ αυτό!

Εντούτοις η περιρρέουσα ατμόσφαιρα θυμίζει πολύ τις ημέρες εκείνες, σε ότι αφορά το λαϊκό αίσθημα. Εδώ και χρόνια τα δημοσιεύματα των επιστολογράφων και των αρθρογράφων όχι μόνο στα Ευρυτανικά Νέα αλλά και στις άλλες τοπικές εφημερίδες είναι παρεμφερές. Το ίδιο περιεχόμενο βρίσκει κανείς και στις εφημερίδες των Αθηνών αλλά και στο διαδίκτυο, στα διάφορα ιστολόγια και τους χώρους συζήτησης: Όλοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο, όλοι γνωρίζουν ότι οι τομές που χρειάζεται να γίνουν στην κοινωνία πρέπει να είναι βαθιές και ρηξικέλευθες.

Δεν είναι τυχαίο που την περίοδο αυτή οι πάντες βρίσκονται σε αναμονή μιας ...επιτέλους- θετικής κίνησης προς τα εμπρός, μιας κίνησης που θα μας ξεκολλήσει από το τέλμα και θα μας βάλει σε πορεία προόδου.

Επί 30 χρόνια, από την εποχή του μακαρίτη του Ανδρέα, κάθε γενιά «τραβούσε» προκαταβολικά χρήματα από την επόμενη.

Όταν βγήκαν οι έγχρωμες τηλεοράσεις, μέσα σε μια πενταετία, οι πάντες είχαν προμηθευτεί κι από μία. Μια πολυτέλεια που για κάποιο λόγο όλοι θεωρούσαμε ότι... τη χρωστούσαμε στον εαυτό μας.

Όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα… σι-ντί (cd) στην αγορά, στο εξωτερικό αποτελούσαν δείκτη ευμάρειας. Δηλαδή αν κάποιος είχε στην κατοχή του πάνω από 30 -40 cd, θεωρούνταν πλούσιος. Εδώ, την εποχή εκείνη άρχισαν να μοιράζουν cd οι εφημερίδες!!!

Όλο το πρώτο ΚΠΣ έφυγε τζάμπα σε «αγρότες» που αγόρασαν κι από ένα τρακτέρ και κατέβαιναν με αυτό στο πανηγύρι του χωριού τους, «περήφανοι καβαλάρηδες» χωρίς να κάνουν τίποτα για να βελτιώσουν την παραγωγή τους, να κτίσουν νέους στάβλους ή να αλλάξουν καλλιέργεια. Καρπώθηκαν τα χρήματα, τα ξόδεψαν εν μια νυκτί σε νυχτερινά μαγαζιά που στήνονταν επί τούτου κατά μήκος των εθνικών οδών των αγροτικών περιοχών και στο τέλος έμειναν πάλι ταπί και ψύχραιμοι κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά έχοντας φυσικά απολαύσει την εμπειρία του νεοπλουτισμού.

Ο Αντρέας έδινε εντολές στον Τσοβόλα να τα «δώσει όλα», οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έβρισκαν καρέκλα να καθίσουν, η Ολυμπιακή Αεροπορία έφτασε να έχει τόσα άτομα προσωπικό που θα μπορούσαν να στελεχώσουν όλες τις αεροπορικές εταιρείες της Ευρώπης! Τον Μάρτιο του 1998 πέντε υπουργοί διαπίστωσαν σε δύο χρόνια η μέση ετήσια αύξηση του κόστους εργασίας στην Ολυμπιακή είχε ανέβει στο 51%, ενώ οι ώρες ανάπαυσης σημείωσαν αύξηση ίση με 300% (!!!).

Κι αυτό συνεχίστηκε επί χρόνια, με το Σημίτη να δανείζεται «κρυφά» για να μπορέσουμε να μπούμε στο ευρώ. Τι κρυφά δηλαδή, όλοι το ξέραμε και σφυρίζαμε αδιάφοροι. Δημιουργική λογιστική την ονόμαζε τότε η εφημερίδα «Το ποντίκι».

Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια όμως! Αυτό δεν θα συνεχιζόταν εσαεί... Και τώρα φαίνεται ότι είναι η ώρα της πληρωμής. Γι’ αυτό, λίγο -πολύ όλοι κάνουν την πάπια και δεν μιλάνε.

Το ζήτημα όμως είναι, τι χρωστάνε οι νέοι που σήμερα είναι μέχρι 30 που δεν έφταιξαν σε τίποτα για να πληρώσουν. Έτσι είναι... Αμαρτίαι γονέων...

Δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχει κανένας Ελευθέριος Βενιζέλος που θα έρθει να μας σώσει. Ίσως όμως να μη χρειάζεται κιόλας. Οι συνθήκες είναι ώριμες, ο κόσμος είναι έτοιμος να δεχθεί τον έλεγχο της κρατικής μηχανής, αρκεί αυτός να μην είναι μεροληπτικός και άδικος.

Αν λάβουμε υπόψη τη θεωρία του Μακί (1974) που υποστηρίζει ότι ένα σύνολο αιτίων οδηγεί σε παρεμφερή αποτελέσματα, όταν τα αίτια αυτά αποκτούν μια συγκεκριμένη βαρύτητα, τότε ίσως δικαιολογημένα όλοι περιμένουμε το «νέο ξεκίνημα» της χώρας μας.

Μόνο που πρέπει κι εμείς οι ίδιοι να παίξουμε το ρόλο που έπαιξε ο ελληνικός λαός και το 1909. Να απαιτήσουμε την αλλαγή, ο καθένας μόνος του, μέσα κι έξω από τον μικρόκοσμο που ζει, αφήνοντας τον καναπέ και ασχολούμενοι και συζητώντας παντού, στη δουλειά, το καφενείο ή το διαδίκτυο τις απόψεις μας για το πώς πρέπει αυτή η αλλαγή να επισυμβεί.