Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

 


«Ο Ζήκος τότε και τώρα...». Ο Διονύσης Παρούτσας γράφει για τον διαχρονικό ελληνικό κινηματογράφο (έντυπη έκδοση)

Μια διαδικτυακή περιπλάνηση της προάλλες είχε ως αποτέλεσμα να πέσω πάνω στην χιλιοπαιγμένη ταινία του «Ζήκου» με τον Κώστα Χατζηχρήστο. Αδυνατώντας να αντισταθώ στον πειρασμό έφαγα τουλάχιστον μισή ώρα παίζοντας πίσω – μπρος τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ταινίας, τις αθάνατες ατάκες της και διερευνώντας το οπτικό υπόβαθρό της, καθώς, γυρισμένη με τους κανόνες του ακμάζοντος την εποχή εκείνη ιταλικού ρεαλισμού, περιγράφει αυτούσιο το γεμάτο αντιφάσεις μεταπολεμικό κράτος που με χίλιες δυσκολίες προσπαθούσε να αναστηθεί.

722

Δεν παύει ποτέ να εντυπωσιάζει το γεγονός της διαχρονικότητας αυτών των ταινιών. Εδώ και πενήντα χρόνια, πότε ο Αυλωνίτης με τη Βασιλειάδου και πότε η Βουγιουκλάκη με τον Παπαμιχαήλ γεμίζουν τις ώρες της Κυριακάτικης ή απογευματινής ξεκούρασής μας.

Λες και τα κανάλια δεν έχουν κάτι άλλο να δείξουν. Ή μήπως στ' αλήθεια δεν έχουν; Σκοπός τους είναι το δίχως άλλο το κέρδος από τις διαφημίσεις. Γιατί λοιπόν δεν βάζουν το μεσημέρι της Κυριακής ένα από τα γνωστά σήριαλ τους, ή κάποιο τηλεπαιχνίδι; Μα είναι απλό: Το κανάλι που παίζει την ελληνική ταινία έχει απόλυτη τηλεθέαση!

Οι παλιές ελληνικές ταινίες έχοντας μια υπόθεση ολοκληρωμένη, αντικατοπτρίζουν τα ήθη μιας εποχής που μπορεί να έχει πια περάσει, όμως το αξεπέραστο ταλέντο των ηθοποιών αυτών και τα "ηθικοπλαστικά" τους διδάγματα αποτελούν ένα αξεπέραστο θέαμα για όλη την οικογένεια. Και τώρα με την κρίση, καθώς οι λέξεις «φτώχεια» και «πείνα» αποκτούν και πάλι το κυριολεκτικό τους νόημα, οι ανθρώπινες σχέσεις χρειάζονται εκ νέου οριοθέτηση και θέση προτύπων.

Τα μικρά ιδίως παιδιά, έρχονται σε επαφή με καταστάσεις που θα αντιμετωπίσουν μεγαλώνοντας και οριοθετούν τον κόσμο μέσα από "υποδείγματα" συμπεριφοράς, κάτι που το έχουν μεγάλη ανάγκη. Ιδιαίτερα σήμερα που οι ρόλοι στις ομάδες και την κοινωνία έχουν πάψει να είναι και τόσο διακριτοί. Για να μπορέσεις όμως να καταστρατηγήσεις τους κοινωνικούς ρόλους πρέπει πρώτα να τους έχεις διδαχθεί, έτσι ώστε να αντιδράσεις σ' αυτούς.

Τα μικρά παιδιά εντούτοις το μόνο που βλέπουν συνεχώς είναι η καταβαράθρωση κάθε αξίας, στο πνεύμα μιας περίεργης επαναστατικότητας στην οποία δεν είχαν την ευκαιρία να μυηθούν αφού δεν έζησαν την καταπίεση που προηγήθηκε. Έτσι βομβαρδίζονται συνεχώς με ανούσιες πρωινές εκπομπές όπου η πεμπτουσία της κακογουστιάς θεωρείται ταλέντο και η ελαφρότητα της κενότητας μετατρέπεται σε φιλοσοφική θεώρηση!

Οι ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του '60 είναι μια όαση με έντονα συναισθήματα, "έλεον, φόβον και κάθαρσιν" κατά τον κλασσικό ορισμό του Αριστοτέλη για το θέατρο.

Αλλά δεν είναι μόνο οι ταινίες της δεκαετίας του 1960 που «διδάσκουν». Το ίδιοι γίνεται και με τις πολύ πιο πρόσφατες, της δεκαετίας του 2000, αν και από την αντίθετη κατεύθυνση. Σε αυτές, είναι το χρήμα και ο εύκολος πλουτισμός που πραγματεύονται οι σκηνοθέτες. Δεν είναι τυχαίο που οι «ήρωες» κινούνται σε ένα πολυτελέστατο περιβάλλον, με ολοκαίνουρια αυτοκίνητα, και ανήκουν σε εκείνη την ομάδα των ανθρώπων που εκμεταλλευόμενοι την ασυδοσία των πολιτικών της εποχής και της διαπλοκής τους με την εξουσία, κατόρθωσαν να πλουτίσουν εν μία νυκτί. Ήταν η εποχή που η χώρα καταστρεφόταν ανεπιστρεπτί και ελάχιστοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου. Ήταν τότε που γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί, αντιδήμαρχοι και οι δήμαρχοι πλούτιζαν παράνομα, και στελέχωναν τις μελλοντικές λίστες «Λαγκάρντ» που έμελλε να απασχολήσει την κοινωνία δέκα χρόνια μετά. Ήταν τότε που ο ψηφοφόρος του κάθε κυβερνητικού κόμματος γινόταν κυρίαρχος του παιχνιδιού για την τετραετία που του αναλογούσε.

Ο κινηματογράφος εκφράζει πάντα τον καιρό του, αυτό είναι ένα γεγονός. Το ίδιο συνέβαινε και με τις παρακμιακές ταινίες της δεκαετίας του ’80, όπου ο Στάθης Ψάλτης επαναλάμβανε με χαρακτηριστικό τρόπο τα «συνθήματα» της εποχής, ευτελίζοντας θεσμούς και εξουσίες και χρησιμοποιώντας μια ακατάσχετη χυδαιολογία, προκαλώντας το γέλιο σε ένα κοινό που διψούσε για ταύτιση.

Εντούτοις αυτό ήταν ίσως δικαιολογημένο, καθώς οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής περιελάμβαναν ακριβώς αυτή την αποδόμηση του κατεστημένου και τη δημιουργία ενός αισιόδοξου αύριο.

Κι αυτό είναι το κοινό τους με τις ταινίες του ’60: Περιέγραφαν έναν κόσμο με δυσκολίες αλλά αισιόδοξο. Γι’ αυτό όσο άτεχνες κι αν είναι, όσο κακός κι αν είναι ο ήχος τους, μπορείς να τις παρακολουθήσεις πάντα ευχάριστα.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και το συναίσθημα. Καθώς η ζωή μας τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, δεν έχουμε πλέον χρόνο για τον έρωτα. Έτσι το συναίσθημα αντικαθίσταται από ερωτικές εικόνες από ημίγυμνα -ενίοτε δε και ολόγυμνα - σώματα όπου τίποτα δεν αφήνεται στην φαντασία του θεατή γιατί ο χρόνος τρέχει, ο χρόνος είναι χρήμα και η επόμενη διαφήμιση πρέπει να πέσει στην ώρα της.

Γι' αυτό ταυτιζόμαστε τόσο με τον Αυλωνίτη και τον Φωτόπουλο ή τον Ηλιόπουλο, τόσα χρόνια μετά. Γιατί αυτοί είναι αυθεντικοί, αληθινοί, άνθρωποι μέσα από την εποχή τους. Οι δικοί μας ήρωες είναι υπεράνθρωποι, υπερ-εραστές και σούπερ - καλλονές. Όντα που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Πώς λοιπόν να ταυτιστείς μαζί τους, να νιώσεις τον "έλεο" για να φτάσεις στην κάθαρση;

Ευτυχώς λοιπόν που υπάρχουν και οι ελληνικές ταινίες. Είναι η άμυνά μας απέναντι στην εξουθένωση της εποχής μας. Όχι δηλαδή πως δεν θα βρίσκαμε κάτι άλλο αν δεν υπήρχαν κι αυτές...